Είχε χαρές ο κύριος Κώστας και ας τον περόνιαζε η υγρασία του Πηνειού, νυχτιάτικα, κάτω από την γέφυρα του Αλκαζάρ. Τρέχαμε στην όχθη, τον είδαμε και πλησιάσαμε να του μιλήσουμε αλλά μας πρόλαβε: «Φίλε, ήρθαν από την Πρόνοια τις προάλλες και μου είπαν ότι μας βρήκαν σπίτι, σε λίγες μέρες φεύγω…»!

-Μόνιμος εδώ;

-«Δυο τρεις μήνες μόνο το χειμώνα, την άνοιξη και το καλοκαίρι πάω αλλού…».

Ρίξαμε μια ματιά τριγύρω. Το τσιμέντο της γέφυρας μοιάζει να είναι ένα υποφερτό απάγκιο. Τουλάχιστον δεν βρέχει… ενώ οι πέντε κουβέρτες που χρησιμοποιεί τον γλυτώνουν από τα χειρότερα. Εκεί και ο βιός του. Μερικά μπογαλάκια, ένα ποδήλατο, και κάνα δύο κατσαρολικά στα οποία μαγειρεύει τα χόρτα που μαζεύει εκεί γύρω.

-Παρέα υπάρχει;

-«Μπα τίποτα…».

- Χθες, παραμονή Χριστουγέννων, εδώ την έβγαλες;

-«Γιατί, μήπως είναι η πρώτη φορά;…».

-Να τραβήξω μια φωτογραφία για την εφημερίδα;

-« Τράβα όσες θες. Βγάλε τα πράματα, αλλά εμένα όχι στο πρόσωπο…».

Του ευχηθήκαμε «Καλή Χρονιά», φεύγοντας, και εκείνος μας αποχαιρέτησε κουνώντας από μακριά το χέρι. Τα art πολύχρωμα φώτα της γέφυρας έδιναν την ψευδαίσθηση μιας γιορτινής ατμόσφαιρας στην απόλυτη φτώχεια του. Τι να σχολιάσεις; Ανθρώπινα δράματα από εκείνα που, δυστυχώς, εμείς οι βολεμένοι δεν θέλουμε ούτε να ακούμε… 

Κ.Τ.