Ο Γρηγόριος Δικαίος, γεννημένος ως Γεώργιος Δικαίος ή Φλέσσας στην Πολιανή Μεσσηνίας το 1788, είναι γνωστός ως Παπαφλέσσας. Έλληνας κληρικός, πολιτικός και οπλαρχηγός της Επανάστασης του 1821 με  σημαντική συνεισφορά στον αγώνα των Ελλήνων για να αποτάξουν τον τούρκικο ζυγό. Η αυτοθυσία του στο Μανιάκι και ο ηρωικός του θάνατος στις 20 Μαϊου 1825, τον καθιέρωσε σε σύμβολο του αγώνα και τον οδήγησε στους πιο ένδοξους ήρωες του 1821.

Από μαρτυρίες, ο Ιμπραήμ Πασάς έδωσε εντολή στους στρατιώτες του, μετά τη μάχη, να βρουν το άψυχο σώμα του και να το κρατήσουν όρθιο. Στη συνέχεια ο Αιγύπτιος τον φίλησε στο κεφάλι δείχνοντας με αυτήν του την ενέργεια το σεβασμό του και είπε «Αμαρτία να χαθεί τούτος ο πολέμαρχος!» σε ένδειξη αναγνώρισης της γενναιότητας, της ανιδιοτέλειας και του θάρρους του Αρχιμανδρίτη.

Ο «Παπαφλέσσας» είναι μία από τις ταινίες που προβάλλεται κάθε χρόνο στην τηλεόραση, στην επέτειο για τον εορτασμό της 25ης Μαρτίου.  Γυρίστηκε τους πρώτους μήνες του 1971 με τίτλο «Παπαφλέσσας-Η μεγάλη στιγμή του ’21». Πρόκειται για την πιο εμβληματική ταινία στον ελληνικό κινηματογράφο με θέμα την ελληνική επανάσταση από τις δεκάδες που γυρίστηκαν εκείνα τα χρόνια. Τόσο ο σεναριογράφος Πάνος Κοντέλης όσο και ο σκηνοθέτης Ερρίκος Ανδρέου παρουσίασαν πολύ προσεκτικά τα ιστορικά γεγονότα της εποχής και την προσωπικότητα του Παπαφλέσσα. Η παραγωγή ήταν μια συνεργασία της  Φίνος Φιλμ και του Τζέιμς Πάρις που καταπιανόταν κυρίως με τις λεγόμενες πατριωτικές ταινίες. Θεωρείται ως η πιο ακριβή μέχρι τότε παραγωγή καθώς το κόστος της έφτασε τα 12.000.000 δραχμές, ποσό εξαιρετικά υψηλό για εκείνη την εποχή. Ο Φίνος που ήταν τελειομανής,  επιστράτευσε μέχρι και γερανούς από τη Γαλλία. Η επιμονή του στην άρτια τεχνική υποδομή, τον είχε φέρει σε σύγκρουση με τον Πάρις, που έβλεπε τον προϋπολογισμό της ταινίας να εκτινάσσεται στα ύψη.

Τον Παπαφλέσσα υποδύθηκε ο Δημήτρης Παπαμιχαήλ που θεωρείται, κατά πολλούς, ως η καλύτερη ερμηνεία της καριέρας του. Κάποιοι κριτικοί χαρακτήρισαν υπερβολική την ερμηνεία του, όμως, κανείς δεν αμφισβήτησε ότι ο σπουδαίος ηθοποιός είχε μπει στο πετσί του ρόλο, ενσαρκώνοντας με πειστικό τρόπο την αμφιλεγόμενη αλλά τρομερά ενδιαφέρουσα προσωπικότητα του Παπαφλέσσα. Στην ταινία σημαντικές ερμηνείες με τους ρόλους που ενσαρκώνουν έδωσαν οι Αλέκος Αλεξανδράκης ως Κανέλος Δεληγιάννης, Άγγελος Αντωνόπουλος ως Νικόλαος Σκουφάς, Στέφανος Στρατηγός ως Ιμπραήμ Πασάς (αξίζει ειδική μνεία ο τρόπος που ασπάζεται το νεκρό Παπαφλέσσα στο τέλος), Λαυρέντης Διανέλλος ως παπά-Γιώργης και Χρήστος Πολίτης ως Δημήτριος Υψηλάντης. Τον πιο αναγνωρίσιμο ήρωα της ελληνικής επανάστασης τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη υποδύθηκε ο Δημήτρης Ιωακειμίδης. Η χαρακτηριστική σκηνή όπου φωνάζει πάνω στο άλογο του «Έλληνες» και βγάζει ένα σύντομο συγκινητικό, πατριωτικό λόγο στους χωριανούς είναι συγκλονιστική. Το βασικό γυναικείο ρόλο, ερμηνεύει η Κάτια Δανδουλάκη, στη δεύτερη κινηματογραφική της εμφάνιση.

Τα γυρίσματα της ταινίας

Οι αυθεντικές τοποθεσίες γυρισμάτων πραγματοποιήθηκαν στο ιστορικό χωριό Αμπελάκια της Λάρισας που βρίσκεται στα Τέμπη. Σπίτια, σοκάκια, βουνοπλαγιές, το γραφικό ξωκλήσι του Προφήτη Ηλία που βρίσκεται σε μια πανέμορφη τοποθεσία έξω από τα Αμπελάκια σε δάσος από βελανιδιές, δίνουν μια μοναδική αίσθηση ρεαλισμού. Τα γυρίσματα κράτησαν περίπου 4 μήνες και έγιναν και κάποιες λήψεις στη Μακρινίτσα στο Πήλιο. Η βάση και η διαμονή των ηθοποιών και τεχνικών ήταν στην Λάρισα από όπου καθημερινά πηγαινοέρχονταν για τα εξωτερικά γυρίσματα με τη σημερινή απόσταση να είναι στα 30 χιλιόμετρα. Οι εσωτερικοί χώροι ήταν όλοι σε στούντιο στη Λάρισα, καμία σκηνή δεν γυρίστηκε σε στούντιο στην Αθήνα.

Τον Δημήτρη Παπαμιχαήλ τις ημέρες που έπαιζε στο θέατρο με την Αλίκη Βουγιουκλάκη, τον έφερναν μετά την παράσταση με ελικόπτερο και τον ξαναγύριζαν πίσω. Το σπίτι που χρησιμοποιήθηκε ως το υπουργείο του Παπαφλέσσα ήταν μια μονοκατοικία στη Λάρισα χτισμένη το 1911 που υπάρχει ακόμη και σήμερα. Οι μαθήτριες και οι γυναίκες της Λάρισας σκαρφάλωναν για να δουν από κοντά τον Παπαμιχαήλ και να του ζητήσουν αυτόγραφο.

Η Κάτια Δανδουλάκη σε συνέντευξη – αφιέρωμα στην ταινία το 2019 είχε θυμηθεί αναμνήσεις από τα γυρίσματα:

«Γενικά οι συνθήκες των γυρισμάτων ήταν πολύ σκληρές, έκανε και αρκετό κρύο τότε πάνω στα βουνά, ήταν χειμώνας. Θυμάμαι στη Μακρυνίτσα, όπου έπρεπε να πέφτει καταρρακτώδης η βροχή, είχαν έρθει με αντλίες και μας καταβρέχανε. Αυτή η σκηνή κράτησε δυο με τρεις ώρες, και μετά για να μην πάθουμε τίποτα, καμιά πνευμονία, μας τρίβανε με τσικουδιά, με ρακί στην πλάτη για να καταφέρουμε να ζεσταθούμε. Και όλο αυτό συνέβαινε 12 με 3 το πρωί, μέσα σε τρομερό κρύο. Ευτυχώς πάντως δεν πάθαμε ποτέ τίποτα, δεν κρυώσαμε ποτέ στα γυρίσματα που κάναμε στους εξωτερικούς χώρους. Θυμάμαι πολύ έντονα τέτοιες στιγμές ταλαιπωρίας, αισθανόμουν κι εγώ ότι έκανα στρατιωτική θητεία, αλλά συγχρόνως υπήρχε κι ένα πάθος για τη δουλειά. Κοιμόμασταν μια ώρα, δυο ώρες, ξυπνούσαμε 4 το πρωί για να προλάβουμε την ανατολή του ηλίου, για ανάλογα πλάνα. Για παράδειγμα, για το τελευταίο μου πλάνο στην ταινία που πεθαίνω και είμαι μέσα στην αγκαλιά του Παπαμιχαήλ, είχαμε πάει  στο βουνό για να προλάβουμε το χάραμα από τις 4 η ώρα, και περιμέναμε. Αν δεν πετύχαινε η σκηνή την ώρα που έσκαγε ο ήλιος, θα έπρεπε να πάμε και να ξαναπάμε και να ξαναπάμε, γι’ αυτήν τη συγκεκριμένη σκηνή και μόνο».

Η προβολή της ταινίας στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης

Το Σεπτέμβριο του 1971 η ταινία προβάλλεται στο 12ο φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης.

Επικρατούσε ένα κλίμα ενθουσιασμού μέχρι που ξεκίνησε η ταινία. Μία ομάδα θεατών άρχισε τα γιουχαΐσματα εναντίον του Δημήτρη Παπαμιχαήλ που συνοδευόταν από την Αλίκη Βουγουκλάκη, του Φίνου και του Τζέιμς Πάρις, προκαλώντας την οργή του ηθοποιού. Σε συνέντευξή του στον Δημήτρη Λυμπερόπουλο για την Απογευματινή, πικραμένος από τη συμπεριφορά του κόσμου ζήτησε την κατάργηση του Φεστιβάλ.

«Δεν σεβάστηκαν τίποτα. Έβριζαν όλους τους συντελεστές. Σφύριζαν στην έναρξη, γιουχάιζαν στο φινάλε. Εξεπλάγην γιατί με αποδοκίμαζαν στην απονομή ενώ εγώ χειροκροτούσα όλους τους νικητές. Επρόκειτο για ένα φαιδρό συρφετό αγέλης, φανατικών της εξέδρας, καφενόβιους. Ήταν δεν ήταν 300 άτομα. Ήρθαν με σκοπό να μετατρέψουν το φεστιβάλ σε εμποροπανήγυρη. Για αυτό είναι προτιμότερο να καταργηθεί».

Η ταινία απέσπασε τα βραβεία καλύτερης σκηνοθεσίας στον Ερρίκο Ανδρέου και αρτιότερης παραγωγής ενώ είχε δοθεί ιδιαίτερη τιμητική διάκριση στον ενδυματολόγο Διονύση Φωτόπουλο. Η ταινία έκανε πρεμιέρα τον Οκτώβριο του 1971, στον κινηματογράφο Αττικόν. Συνολικά έκοψε 297.817 εισιτήρια και τερμάτισε στην 10η θέση, ανάμεσα σε 90 ταινίες της σεζόν 1971 – 1972. Στην πρεμιέρα όμως είχαμε και κάποιο επεισόδιο που απασχόλησε τον Τύπο της εποχής. Η χούντα εκείνη την περίοδο στήριζε τις λεγόμενες πατριωτικές ταινίες και είχε φιλικές σχέσεις με τον Τζέιμς Πάρις. Ήδη είχαν ενισχύσει τις προηγούμενες ταινίες του Πάρις οπότε λογικό ήταν να παρευρεθεί σύσσωμη η στρατιωτική ηγεσία του ΓΕΕΘΑ στην πρεμιέρα. Ο Φιλοποίμην Φίνος, ενοχλήθηκε από την παρουσία τους και σύμφωνα με τα δημοσιεύματα, αποχώρησε πολύ διακριτικά από την αίθουσα με την σύζυγο του Τζέλα, λίγο πριν τελειώσει η προβολή για να μην έρθει σε επαφή μαζί τους. Μετά από αυτό το γεγονός αποφάσισε να λήξει τη συνεργασία του με την εταιρία του Πάρις. Ο “Παπαφλέσσας” αποτελεί τη μοναδική τους συνεργασία.

Στα Αμπελάκια μετά από 50 χρόνια

Βρεθήκαμε στα ιστορικό χωριό μετά από 50  χρόνια και οι πιο ηλικιωμένοι λιγοστοί κάτοικοί του, θυμούνται ακόμη τα γυρίσματα της ταινίας. Πολλοί από αυτούς πήραν μέρος σε σκηνές της ταινίας ενώ φαντάροι που υπηρετούσαν τότε τη θητεία τους, έπαιξαν ως κομπάρσοι. Ο Τζέιμς Πάρις είχε πολύ καλές σχέσεις με τη χούντα και του έδωσαν τους φαντάρους για να ντυθούν με φουστανέλες η με τούρκικες φορεσιές φορώντας τις αρβύλες τους.

Το τοπίο είναι πραγματικά άγριο, άγονο ενώ κατακλύζεται από δάσος και στενό δρομάκι για την κορυφή του βουνού στον Προφήτη Ηλία που έγιναν πολλές σκηνές νυχτερινές αλλά και τα γλέντια με τα κλαρίνα.

cosmopoliti.com