Σκάβοντας βαθιά σε αθέατες πλευρές ενός κοινού υποσυνείδητου, ο συνθέτης Δημήτρης Μαραμής είναι έτοιμος να παρουσιάσει ένα νέο μουσικό έργο με τίτλο «Η μουσική που κάνει τη σιωπή να κλαίει».

Η πρώτη παρουσίαση θα γίνει στο Διαχρονικό Μουσείο Λάρισας τη Δευτέρα 16 Δεκεμβρίου (8 μ.μ., ελεύθερη είσοδος), με το 8tetto και κουαρτέτο εγχόρδων, η αρχή μιας σειράς παρουσιάσεων σε ειδικούς χώρους ανά την Ελλάδα, χώρους φορτισμένους με μνήμη.

Είναι μια μυστηριακή ελεγειακή σύνθεση, μία λειτουργία χωρίς λόγια, για τετράφωνο φωνητικό σύνολο και τετράδα εγχόρδων. Βασίζεται στη συνομιλία των ήχων με τη σιωπή μέσα σε περιβάλλοντα μυστηριακά, καταγωγικά ως προς τη σύλληψη του υπερβατικού.

– Το νέο αυτό έργο υπονοεί κάτι περισσότερο μυστηριακό. Πώς προκύπτει «Η μουσική που κάνει τη σιωπή να κλαίει»;

– Ναι, το έργο αυτό είναι περισσότερο μυστηριακό καθώς δεν είναι «προγραμματικό». Δηλαδή δεν υπάρχει κάποια ιστορία πίσω από τη σύνθεσή του, δεν βασίζεται σε κάποιο κείμενο, δεν έχει γεννηθεί από συγκεκριμένες εικόνες. Είναι αισθήματα που εκφράζονται σαν σπαράγματα, πνιγμένες κραυγές που δεν εξωτερικεύονται, μελωδίες εύθραυστες, φωνές ετοιμόρροπες.

Δεν είναι καθόλου τυχαίο που ως τίτλο του επέλεξα έναν στίχο του ατμοσφαιρικού ποιητή Νίκου Αλέξη Ασλάνογλου –ποιητικά με ένα μικρό λάθος στη σύνταξή του– «η μουσική που κάνει τη σιωπή και κλαίει».

Το έργο γεννήθηκε από την ανάγκη της δημιουργίας μιας μυσταγωγικής μουσικής που να διεγείρει στους ανθρώπους αρχέγονες μνήμες μέσα από εμβληματικούς μνημειακούς χώρους όπως αυτοί της Ροτόντας της Θεσσαλονίκης, της Αγίου Πέτρου των Δομινικανών στο Ηράκλειο, του Μουσείου των Δελφών και του Διαχρονικού Μουσείου της Λάρισας τώρα.

Ετσι, οι ακροατές σε μία πλήρως αποδομημένη συναυλία, διακατέχονται από ένα καθολικό αίσθημα ενός βιώματος που δεν είναι απαραίτητα μόνο μουσική εμπειρία, αλλά και κάτι παραπάνω.

– Η εμπειρία σας στη Ροτόντα είχε επίδραση στην εξέλιξη του ερευνητικού, συνθετικού έργου σας;

– Η Ροτόντα από τη μία πλευρά είναι ένας ενεργειακός και επιβλητικός χώρος, αλλά από την άλλη είναι ένας αντιμουσικός, αντισυναυλιακός χώρος, καθώς ο αντίλαλός της πνίγει τις αρμονίες της μουσικής, τις θολώνει και μετατρέπει τη μουσική σε οχλαγωγία.

Ενιωσα τόσο παθιασμένος στο να γράψω κάτι και να το παρουσιάσω με τέτοιον τρόπο ώστε να λειτουργεί μέσα σε αυτό το μεγαλοπρεπές μνημείο των τριών αυτοκρατοριών, ώστε μου γεννήθηκε η ιδέα της συγκεκριμένης σύνθεσης.

Αρχικά ανατέθηκε και στηρίχτηκε από το Κέντρο Πολιτισμού Περιφέρειας Κ. Μακεδονίας με τον τίτλο «Η Μουσική της Ροτόντας». Επειτα, επειδή έπρεπε το έργο να ταξιδέψει και να παραλλαχθεί ανάλογα με τους χώρους, εξελίχθηκε στη «μουσική που κάνει τη σιωπή και κλαίει».

– Γιατί επιλέγετε μια λειτουργία χωρίς λόγια;

– Επειδή θέλω να είναι γυμνή η μουσική χωρίς καμία αναφορά από λέξεις. Αυτή η σύνθεση έχει στόχο να επιτρέπει στον καθένα να αφεθεί στα αισθήματα που του ξυπνάνε οι ήχοι που ακούει σε συνδυασμό πάντα με το περιβάλλον στο οποίο βρίσκεται.

Είναι ένα ταξίδι αθωότητας και μυστηρίου ταυτόχρονα. Ο ακροατής βρίσκεται μέσα σε δύο αρχιτεκτονικές δομές οι οποίες συνδιαλέγονται χωρίς λόγια φυσικά: το μνημείο μέσα στο οποίο βρίσκεται και στην άυλη αρχιτεκτονική της μουσικής.

– Το Διαχρονικό είναι ένας τόπος συνομιλίας των αιώνων. Πώς συνδιαλέγεστε με τα μνημεία, και επί της ουσίας με τον χρόνο και τον τόπο των νεκρών;

– Ας συλλογιστούμε αυτόν τον χώρο, όπου βρίσκονται συγκεντρωμένα τα χνάρια αιώνων που πέρασαν. Οπου κάνουμε έναν ήρεμο περίπατο μέσα στο παρελθόν και ο χρόνος συρρικνώνεται σε μία εικόνα.

Στην επαφή του βλέμματός μας με ένα απομεινάρι από το βάθος των αιώνων. Ξαφνικά ακούγεται μία μουσική από φωνές χωρίς λόγια, σπαράγματα και παύσεις, αρμονίες οι οποίες με το που χτίζονται λιποθυμούν και σβήνουν πάλι στη σιωπή.

Η συγκεκριμένη μουσική με τη συγκινησιακή της δύναμη και την πρόθεση αποφυγής οποιασδήποτε συγκεκριμένης αναφοράς, καταφέρνει να συνδιαλέγεται με την αρχέγονη μνήμη.

– Υπάρχει πλέον ένα μουσικό ιδίωμα το οποίο καλλιεργείτε μεθοδικά και υπερασπίζεστε. Αντλείτε από την παράδοση και φτιάχνετε κάτι νέο. Σε αυτή την περίπτωση μπορούμε να μιλάμε και για μια περισσότερο «ιερή» μουσική;

– Δεν θα τολμούσα να χρησιμοποιήσω τη λέξη «ιερή» για κάτι το τόσο ανθρώπινο που παλεύω να δημιουργήσω και το οποίο δοκιμάζει τις αντοχές του στον χρόνο. Ισως ο συνδυασμός του χώρου και της ατμόσφαιρας να παραπέμπει σε μία τέτοια σκέψη, σε μία ιερότητα.

Η λέξη που επιλέγω να χαρακτηρίσω τη δημιουργική μου πρόθεση τουλάχιστον, είναι η «μυσταγωγία». Είναι μία μύηση διά μέσου των ήχων σε έναν κόσμο πολύ εσωτερικό που απέχει πάρα πολύ από την καθημερινότητα. Η καλή μουσική έχει μυστήριο, επειδή μυστήριο έχει η ομορφιά.

NIKOΣ ΒΑΤΟΠΟΥΛΟΣ (Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ)